εινιοιβα

Från Gonjo wiktionary
Version från den 9 december 2025 kl. 02.18 av Niklas (diskussion | bidrag) (Skapade sidan med '===Etymologi=== {{h|εινι|land/rike}} + {{h|οιβα|dag}} ===Substantiv=== {{head-subst}} # nationaldag ====Deklination==== {{subst-dekl|εινιοιβ}}')
(skillnad) ← Äldre version | Nuvarande version (skillnad) | Nyare version → (skillnad)
Hoppa till navigering Hoppa till sök

Etymologi

εινι (“land/rike”) + οιβα (“dag”)

Substantiv

εινιοιβα(εινιοιβα)

  1. nationaldag

Deklination

Inflektion
Obest. Obest. p. Best. Best. pl. Gnom Gnom p Neg Neg p Int.
Verbkasus
Absolutiv εινιοιβεν εινιοιβειν εινιοιβον εινιοιβοιν εινιοιβαν εινιοιβαιν εινιοιβυν εινιοιβυιν εινιοιβων
Ergativ εινιοιβεϧ εινιοιβειϧ εινιοιβοϧ εινιοιβοιϧ εινιοιβαϧ εινιοιβαιϧ εινιοιβυϧ εινιοιβυιϧ εινιοιβωϧ
Dativ εινιοιβεσ εινιοιβεισ εινιοιβοσ εινιοιβοισ εινιοιβασ εινιοιβαισ εινιοιβυσ εινιοιβυισ εινιοιβωσ
Lokativ εινιοιβεμ εινιοιβειμ εινιοιβομ εινιοιβοιμ εινιοιβαμ εινιοιβαιμ εινιοιβυμ εινιοιβυιμ εινιοιβωμ
Ablativ εινιοιβεϥ εινιοιβειϥ εινιοιβοϥ εινιοιβοιϥ εινιοιβαϥ εινιοιβαιϥ εινιοιβυϥ εινιοιβυιϥ εινιοιβωϥ
Instrumentalis εινιοιβεφ εινιοιβειφ εινιοιβοφ εινιοιβοιφ εινιοιβαφ εινιοιβαιφ εινιοιβυφ εινιοιβυιφ εινιοιβωφ
Abessiv εινιοιβεθ εινιοιβειθ εινιοιβοθ εινιοιβοιθ εινιοιβαθ εινιοιβαιθ εινιοιβυθ εινιοιβυιθ εινιοιβωθ
Essiv formal εινιοιβεγ εινιοιβειγ εινιοιβογ εινιοιβοιγ εινιοιβαγ εινιοιβαιγ εινιοιβυγ εινιοιβυιγ εινιοιβωγ
Kausativ εινιοιβελ εινιοιβειλ εινιοιβολ εινιοιβοιλ εινιοιβαλ εινιοιβαιλ εινιοιβυλ εινιοιβυιλ εινιοιβωλ
Substantivkasus
Genitiv εινιοιβεβ εινιοιβειβ εινιοιβοβ εινιοιβοιβ εινιοιβαβ εινιοιβαιβ εινιοιβυβ εινιοιβυιβ εινιοιβωβ
Essiv-modal εινιοιβεχ εινιοιβειχ εινιοιβοχ εινιοιβοιχ εινιοιβαχ εινιοιβαιχ εινιοιβυχ εινιοιβυιχ ωχ
Komitativ εινιοιβερ εινιοιβειρ εινιοιβορ εινιοιβοιρ εινιοιβαρ εινιοιβαιρ εινιοιβυρ εινιοιβυιρ εινιοιβωρ
Kasuslös form
εινιοιβε εινιοιβει εινιοιβο εινιοιβοι εινιοιβα εινιοιβαι εινιοιβυ εινιοιβυι εινιοιβω